30.1.10

Eρωτική πόλη



I

Του είπα πως έπρεπε να κρυφτώ.
Εκείνος απάντησε πως έτσι είναι,
πως πρέπει να κρύβουμε τα μάτια.
Και του είπα πως έπρεπε να κοιμηθώ.
Εκείνος απάντησε πως έτσι είναι,
πως πρέπει να κοιμίζουμε τα όνειρα.
Του είπα πως έπρεπε να ανάψω φως και να ντυθώ.
Εκείνος απάντησε πως έτσι είναι,
πως πρέπει να βγαίνουμε γυμνοί μόνο στα ψέματα.
Χωρίς κρυψώνα, χωρίς ύπνο, χωρίς το φόρεμα μου
με τις λεπτές τιράντες λουλουδάτες
έπρεπε να είχε, ήδη, φύγει.
Εκείνος απάντησε πως έτσι ήταν.
Πως έπρεπε να κρεμαστεί από τις τιράντες μου.



II

Στη ζωή του εκλιπάρησε για παράδοξες όψεις
και πάντοτε μάτωνε πριν προλάβεις να κόψεις.
Του γελάσαν και μπλόφαρε, αδυναμία της έξης
τους φίλησε και αφέθηκε στη μαγεία της λέξης.
Βγήκε νύχτα στους δρόμους μα τον έπιασε μπόρα
στα υπόστεγα πούλαγαν δονητές με την ώρα.
Πέταξε ονόματα, γράμματα, μυρωδιές σωμάτων
τα έθαψε και τα σκέπασε με σωρούς χωμάτων.
Ένα βράδυ ξεφώνισε "σημαδέψτε τον πιανίστα".
Το τολμήσαν από έρωτα ή για να διώξουν τη νύστα;
Στα ταξίδια του πάτησε και νερά και μουράγια
καταβύθισε τρόπους, αριθμούς και ναυάγια.
Ανασήκωσε φούστες, να πληρώσει τα διόδια
τις πήρε με τη βία, τον αλείψαν ιώδια.

Κι εγώ που γεννήθηκα σε μια ανέραστη πόλη
-άλλο ψέμα-
θα δαγκώσω τα χείλη μου
ως να φτάσουν στο αίμα.

Tριανταφυλλίδου Γεωργία

15.1.10

Η Ιστορία της ζωής μου



«Πείτε μου κάτι Μάρθα, με θεωρείτε άνθρωπο έντιμο, ναι ή όχι;»

«Ασφαλώς , ναι»

«Πολύ ωραία τότε. Θέλετε να μου το αποδείξετε;»

Θα πρέπει να ξαπλώσετε κοντά μου εντελώς απαλλαγμένη από κάθε είδους ρουχισμού που καλύπτει το θεσπέσιο κορμί σας, και να βασιστείτε στον λόγο της τιμής μου, που σας δίνω τώρα, ότι δεν πρόκειται να σας αγγίξω ούτε με το μικρό μου δαχτυλάκι. Εξάλλου, τι έχετε να φοβηθείτε; Δε θα είστε ελεύθερη να σηκωθείτε από το κρεβάτι αν κάνω κάτι που δεν σας αρέσει; Για να μην πολυλογώ, αν δεν υποσχεθείτε ότι θα μου αποδείξετε με αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη σας, έστω όταν βεβαιωθείτε ότι με πήρε ο ύπνος , δεν πέφτω να κοιμηθώ.

Συμφώνησε στην προτασή μου. Στην συνέχεια σταμάτησα να μιλάω κι έκανα πως αποκοιμήθηκα, ενώ αυτή φορούσε το νυχτικό της. Μετά από λίγο η Μάρθα μου είπε ότι θα έκανε κι αυτή το ίδιο μόλις έβλεπε ότι είχα κοιμηθεί. Μου έδωσε την υπόσχεσή της, οπότε της γύρισα την πλάτη, έβγαλα όλα μου τα ρούχα, γύρισα στο κρεβάτι και την καληνύχτισα.

Προσποιήθηκα ότι με πήρε αμέσως ο ύπνος, αλλά μετά από ένα τέταρτο περίπου κοιμόμουνα στ' αλήθεια.



Ξύπνησα μόνο όταν ένιωσα κι εκείνη να χάνεται, αλλά γύρισα αμέσως στο άλλο πλευρό και συνέχισα τον υποτιθέμενο ύπνο μου. Δεν έκανα την παραμικρή κίνηση παρά μόνο όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι είχε αποκοιμηθεί. Αν δεν κοιμόταν πραγματικά, μπορούσε τουλάχιστον να προσποιείται. Μου είχε γυρίσει τις υπέροχες, κατάλευκες πλάτες της, οι οποίες φωσφόριζαν στο θεοσκότεινο δωμάτιο.

Άρχισα να την χαϊδεύω απαλά προς το μέρος που ήμουν στραμμένος. Τη βρήκα κουλουριασμένη και καλυμμένη από την νυχτικιά της, αλλά μην κάνοντας τίποτα που θα την ξάφνιαζε και προχωρώντας όσο πιο σιγά και απαλά γινότανε, δεν άργησα να την πείσω ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μην προσποιείται ότι κοιμόταν και να με αφήσει να συνεχίσω.

Λίγο-λίγο της ίσιωσα το σώμα, λίγο-λίγο ξεκουλουριάστηκε και λίγο-λίγο, με αργές διαδοχικές αλλά αξιοθαύμαστα φυσικές κινήσεις, ήρθε στην πιο κατάλληλη θέση για να μου δοθεί χωρίς να προδοθεί.
Εγώ ελεύθερος πλέον έπιασα δουλειά, αλλά για να ανταμειφθούν οι κόποι μου, ήταν απαραίτητο να λάβει κι εκείνη μέρος ανοιχτά και ειλικρινά πια, κάτι που στο τέλος την ανάγκασε να κάνει η φύση.
Την βρήκα υπεράνω κάθε υποψίας και, μαντεύοντας τον πόνο που θα πρέπει να είχε νιώσει, ομολογώ ότι απόρησα. Υποχρεωμένος να τη σεβαστώ , ήθελα να της δείξω την ευγνωμοσύνη μου.

Με πολύ μεγάλες προφυλάξεις, σα να φοβόμουν πραγματικά μην την τρομάξω, άρχισα να της προσφέρω όλα όσα μπορούσε να θέλει η ψυχή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βεβαιωθώ ότι ήταν στα ουράνια. Και συνέχισα με την ίδια τακτική μέχρι τη στιγμή που, κάνοντας μια πολύ φυσική κίνηση χωρίς την οποία δε θα μπορούσαν να αποφέρουν καρπούς οι προσπάθειές μου, με βοήθησε να φτάσω στο θρίαμβο. Τη στιγμή της κρίσης όμως δεν είχε πια τη δύναμη να συνεχίσει να προσποιείται. Πετώντας το προσωπείο, με έσφιξε στην αγκαλιά της και κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου. Όταν τελειώσαμε, της είπα:

«Είμαι βέβαιος ότι σου άρεσε Μάρθα».

«Ναι, και θα θεωρήσω τυχερό τον εαυτό μου».

«Μέχρι το τέλος της ζωής μου άγγελε μου! Ότι κάναμε ήταν καθαρό προϊόν αγάπης».

ΤΖΙΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ

Από το βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη : «Η Γυναίκα της Ηδονής και άλλα ερωτικά κείμενα του 18ου και 19ου αιώνα».
__________________

10.1.10

Tο κέρασμα του απογεύματος



«Είπα στην αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.»

Τα πιο ωραία, τα πιο γλυκά βιβλία, είναι εκείνα που βρίσκεις τυχαία, σε ανύποπτο χρόνο, ανύποπτο μέρος και με περίεργη διάθεση συνάμα. Ένα παλαιοβιβλιοπωλείο του κέντρου, μια φευγαλέα ματιά αλλά και η χαρά της στιγμιαίας απόφασης μου έδωσαν τροφή για σκέψη, ποιητική θα έλεγα, για αρκετό καιρό.

«Είσαι μια πόλη μέσα στη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω (…)»

Ο Γιάννης Τζώρτζης αφηγείται μικρές ιστορίες μοναξιάς και κατάθλιψης, όπως εκείνες της γυναίκας του μικρού χωριού σε δύο επίπεδα. Μιλάει για ανθρώπους που σκέφτονται, σκέφτονται τα όνειρά τους, τη ζωή τους, τη πορεία της ύπαρξής του. Απευθύνεται στην Γυναίκα! Μια είναι η γυναίκα, και ένας ο έρωτας στα εωθινά λόγια του. Την κοιτάζει, βυθίζεται στα λόγια της, στα μάτια της, την μυρίζει, προσπαθεί να την καταλάβει…

«Ζεις σ’ ένα μόνο δωμάτιο και φέρνεις μέσα του τη θάλασσα και την αγχόνη.»

Πάνω από όλα ο ποιητής, ψυχογραφείται αλλά και ψυχογραφεί τα προσωπεία που παίρνει. Παίρνει τη θέση της γυναίκας προκειμένου να την νιώσει, μιλάει για τον εαυτό του, τον οικτίρει, τον ψέγει, τον κατηγορεί ίσως, μπορεί απλά και να τον μαλώνει. Αυτοκριτικάρεται όμως..

«Αργότερα στον καθρέφτη ένα άγνωστο πρόσωπο κάτι θυμίζει. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε.»

Το σημαντικότερο από όλα τα παραπάνω, όμως, είναι ότι ερωτεύεται. Και ερωτεύεται, δεν παίζει. Με όλη τη σημασία της λέξης. Ερωτεύομαι, ερωτεύεσαι, ερωτεύεται, ερωτευόμαστε, ερωτεύεστε, ερωτεύονται. Κάθε φορά που κλίνεις το ρήμα, κάθε φορά νιώθεις ότι αυτά που γράφει ο κυρ-Τζώρτζης είναι υπερχειλισμένα από την απόλυτη ηδονή του απόλυτου πάθους στην απόλυτη στιγμή της αιώνιας ευτυχίας του ανθρώπου.

«Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω πουθενά να σε ζητήσω (…) Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω. Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω (…)»

Κι ένας στίχος, μα τι στίχος :

«Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.»

Μιλώντας για την μοναξιά, νομίζεις πως μια ελεγεία είναι έτοιμη για το αδηφάγο ποιητικό κοινό. Μα ο Τζώρτζης παραθέτει λίγες γραμμές, κάποιες λέξεις σκοτώνουν και μοιράζουν ραβασάκια στον μακρινό θάνατο των ωρών που έχουμε ξοδέψει όλοι μόνοι μας.

«Και τότε η νύχτα θα γίνεται βαθιά κι αμίλητη, η μοναξιά θα σφυρίζει στα παγωμένα κόκαλα, τα δωμάτια θα φουσκώνουν ως πάνω αίμα λευκό, και θα ‘ρχεσαι, που χάθηκες τόσο θα μου ψιθυρίζεις, το χέρι σου θα με αγγίζει, θα με σκορπίζει.»
Και ω! η ομορφιά, ύμνος στην θεότητα που σκότωσε ανθρώπους και υπάρξεις κυλίστηκαν στον βούρκο του θανάτου τους, λατρεύοντας τον διάβολο για χάρη της.
«Ας μπορούσα απόψε να σηκώσω τα μάτια μου στην ομορφιά. Θυμάμαι κάποτε ακούμπησα το πόδι σου στον πυρετό του απογεύματος, ήταν ζεστό και σκέφτηκα για μια στιγμή πόσο παρήγορη μπορεί η ανάσα της ζωής να είναι (…)»

Άκου Γιάννη Τζώρτζη, σε μια συζήτηση που είχα στα Εξάρχεια, χαρακτήρισα το «Κέρασμα..» ένα μικρό «Μονόγραμμα», σε τέτοιο βαθμό μου τα έδωσε τα συναισθήματα βαθιά μες στην ψυχή, κι ας γίνω ένας μικρός ιερόσυλος του Ελύτη, τον λατρεύω έτσι κι αλλιώς. Άκου Γιάννη Τζώρτζη θα γράψεις και πάλι για τον έρωτα και τα συν αυτώ πράγματα, για να ερωτευτούν κι άλλοι άνθρωποι - ακούς;

«Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.»

Του Γιάννη Τζώρτζη

3.1.10

Ο λυσιμελής πόθος

Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
τις αλλεπάληλες επιφάνειες που σώρευσαν
οι καιροί.
Μα έπειτα δεν σου φτάνει.
Eπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ' το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δεν γινόταν αλλιώς.
O,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
O,τι μας γέμιζε χτες
ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

(«Μεγάλο γράμμα», VI, 17)
Τίτος Πατρίκιος



31.12.09

Το ρολόι χτυπά μεσάνυχτα...



Αταίριαστες σκέψεις στη σειρά. Προσπάθειες να ξεγελάσω την αλήθεια μου. Να την ντύσω. Να της φορέσω τα καλά της για τη σημερινή γιορτινή (;) βραδυά. Δίχως πολλά φτιασίδια για να την αναγνωρίσεις…

Ανοησίες, νομίζεις πως εκφράζεσαι!

Μη… Άσε τα υφάσματα. Μη σου λέω. Σταμάτα τις σκέψεις. Μη... Κρύψτες σε μια ντουλάπα, σε ένα συρτάρι, στο βάθος. Σε ένα βάθος. Την αλήθεια ξέχνα την. Μήπως και σε ξεχάσει κι αυτή. Λίγο τρυφερά αν τη δεις, θα γίνει το κλουβί σου. Γκρίζο κλουβί με μεταλλικό κέντημα.

Ξέχνα κάθε μικρή αλήθεια που σε παίδεψε. Με το χρόνο, αυτόν που αλλάζει απόψε. Κι όταν την δεις μπροστά σου ξανά, να μην την αναγνωρίσεις όσο κι αν πλησιάσει. Σταμάτα να πονάς. Στην καρδιά… Να νιώθεις το τσίμπημα. Το βάρος.

Τα πλάσματα γύρω σου μικρές κατάρες που αναζητούν αγάπη στους κήπους με τα εκατόφυλλα. Που τρυπιούνται από τα αγκάθια τους μα συνεχίζουν να ψάχνουν. Δεν ξέρουν ότι η αγάπη βρίσκεται στν αχνό της νυχτιάς, ψηλά δηλαδή, κι όχι σε κήπους με εκατόφυλλα. Κι ούτε χρειάζεται να το μάθουν ποτέ, μην πήξουν οι ωραίες πληγές τους.

Μολυβένιες καρδιές σε παραδείσους με εκατόφυλλα…



Αλμύρα, ιβίσκοι, άμμος, μικρές πεταλίδες, φοίνικες, στόματα που γυρεύουν καυτά φιλιά, παγωτό σοκολάτα, καπνός, τσιγάρα, ωκεανός από χάδια, κέρινο φως, φεγγάρι, σταλαματιές πόθου, μαρμάρινοι απόηχοι, βελόνια από έλατα στο στήθος, στα μαλλιά.

Παντού δυναμίτες…

Ύπνος με αγκαλιές τα καυλωμένα βράδυα, σεργιάνα σε πόλεις που αγαπάς, κάστρα σκαρφαλωμένα στα σύννεφα, ουρανός βραδινός γεμάτος μαβιές πινελιές, βόλτες μαζί σου. Σου κρατώ το χέρι και η ψυχή μου συνεχίζει να χτυπά.

Όλα έχουν θέση στο Ιμαρέτ της καρδιάς μας. Σ’ αγαπώ…

16.12.09

Eξ επαφής



«Άπλωσε τα πυκνά σου πέπλα,
νύχτα, προστάτισσα του έρωτα, κλείσε τα μάτια των αδιάκριτων,
για να ορμήσει ο Ρωμαίος μου στην αγκαλιά μου
χωρίς κανένας να τον δει και να τον μαρτυρήσει.

Στους εραστές αρκεί το φως της ομορφιάς τους
για να βλέπουν όσο αγαπιούνται· χώρια που ο έρωτας,
τυφλός καθώς τον λένε, προτιμάει το σκοτάδι.

Έλα, νύχτα σεμνή, δέσποινα σεβαστή κατάμαυρα ντυμένη,
και δίδαξέ με πώς θα κερδίσω σ’ ένα παιχνίδι
όπου δυο αμόλυντα κορμιά θα χάσουνε την παρθενιά τους.

Σκέπασε με τον μαύρο μανδύα σου το αίμα μου,
που άντρα δεν έχει γνωρίσει και μου καίει τα μάγουλα,
ωσότου ο άμαθός μου έρωτας να ξεθαρρέψει
και να καταλάβει πως κάθε αληθινή αγάπη είν’ αγνή.»

[Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ανθολόγιο, μτφ Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος]

7.12.09

Συνομιλίες με τον παγωμένο φεγγάρι του χειμώνα...


Ποτέ δεν ξεχνώ να κοιτώ τον ουρανό κατά τη διάρκεια της ημέρας. Να τον κοιτώ και να συνομιλώ μαζί του. Κάθομαι στην πολυθρόνα μου, και κοιτάζω έξω από το παραθύρι μου. Είναι πάντα εκεί ψηλά. Συνεπής στο ραντεβού μας. Τον χαζεύω και σκέφτομαι όσα έχω αφήσει πίσω στην πολιτεία.

«Πόσες μέρες περπάτησες; Πόσες μέρες περπάτησες, πόσες ώρες, πόσα χρόνια για να βρεθείς μαζί του; Θυμάσαι τι χρώμα είχες στο μυαλό σου και ποια κλωστή ύφαινε τον δρόμο σου προς τα εκεί;».

Χαζεύω τον παγωμένο ουρανό και σκέφτομαι αυτά που έχω αφήσει πίσω στην πολιτεία.

Λίγες μέρες πριν κοιτάζοντας τον, μου φάνηκε ότι είδα ή μάλλον ονειρεύτηκα γιατί ο καυτός ήλιος έκαιγε το βλέμμα, το έπαιρνε και το ταξίδευε σε χρυσαφένια όνειρα. Είδα, μου φάνηκε, τα δυο φτερά ενός αγγέλου πάνω στα βότσαλα μιας παραλίας...

Το βράδυ αποκοιμήθηκα με αυτή την εικόνα. Μου κρατούσες σφιχτά το χέρι και δεν φοβόμουν.


Λίγες μέρες μετά, βρέθηκα σε μια αυλή με έναν μεγάλο φοίνικα. Η θάλασσα τόσο κοντά που αν άπλωνα το χέρι μου θαρρώ θα την άγγιζα. Το βράδυ στα ονείρατα μου, ξαπλώσαμε στην παραλία. Είχε ένα στρογγυλό, ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Ξύπνησα διψασμένη... Μπορεί μια σταγόνα να σβήσει τη δίψα και αν ναι, τότε γιατί πίνουμε τόσο νερό και δεν ξεδιψάμε; Δεν βρήκα νερό εκεί κοντά και άρχισα να κοιτάζω το φεγγάρι, όπως είχα κοιτάξει εκείνο το πρωί τον ήλιο και πάλι με έριξε σε ένα όνειρο, ή μάλλον ξύπνια ήμουν, γιατί θυμάμαι όλες εκείνες τις σκέψεις σαν ζωντανές.

Τις μέρες που το φεγγάρι γεμίζει κατεβαίνω στη θάλασσα, εκεί που εκείνο καθρεφτίζεται στο νερό. Μου άρεσε να το κάνω αυτό. Από μικρή... τότε ακόμη ο χωματόδρομος απέκλειε τις πολυπληθείς επισκέψεις. Όταν το φεγγάρι καθρεφτίζεται στη θάλασσα φτιάχνει ένα μεγάλο φωτεινό μονοπάτι. Πάνω του μπορείς να περπατήσεις χωρίς να χαθείς, γιατί το φεγγάρι πάντα σε βλέπει με το φως του και οδηγεί τον δρόμο σου. Αυτό το μονοπάτι που καθρεφτίζεται στην επιφάνεια της θάλασσας πολλοί το ονόμασαν μονοπάτι της αγάπης, είτε γιατί αγαπήθηκαν με το φως και τις αντανακλάσεις του, είτε γιατί νόμισαν ότι αγαπήθηκαν...


«Με το φεγγάρι μιλήσαμε από χτες που το είδα να γεμίζει». Είπαμε κάτι λόγια όμορφα, και εγώ του υποσχέθηκα σήμερα το βράδυ με τη γύμνια των αγγέλων, να διανύσω το φωτεινό μονοπάτι της αγάπης...

Σε ένα νησί, σκέφτηκα λοιπόν ότι ζούσε ένα αγόρι που κι αυτό μιλούσε με το φεγγάρι. Μπορούσε και το έβλεπε κι αυτό μέσα από το παραθύρι του.

Το φεγγάρι τότε σκέφτηκε ότι εμείς οι δύο μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες νερό, γιατί να μη μας βοηθήσει να μιλήσουμε μαζί...

Το αγόρι δεν ήξερε ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος τόσο μακριά που του άρεσαν τα φεγγαρολόγια. «Αφού υπάρχει τέτοιο κορίτσι είναι θαύμα...», σκέφτηκε και ρούφηξε με απόλαυση ένα ποτήρι γλυκό κρασί από αυτό έπιναν οι μεγάλοι άντρες όταν είχαν πολλά κέφια ή όταν είχαν πολλές στεναχώριες.

«Στην υγειά του θαύματος λοιπόν», είπε, «που βρίσκεται τόσο μακριά». «Στην υγειά του αγοριού», ευχήθηκα κι εγώ, γιατί τώρα μπορούσα να ακούω ό,τι έλεγε το αγόρι μέσα από το φως του φεγγαριού.

Για να ξεδιψάσω ήπια τη θάλασσα από τον Μπάλο λίγο πιο κάτω στην ίδια πλευρά της Σάμου.

Ήπια την υγειά του αγοριού και προσπάθησα να γράψω λέξεις πάνω στο φωτεινό μονοπάτι του φεγγαριού, εκεί στο δέρμα της θάλασσας που χρύσιζε.

Άλλες έμειναν και άλλες βούλιαξαν...

«Σαν τα κύματα που πάνε και έρχονται το ένα πάνω στο άλλο, αγκάλιασε τις λέξεις που αφήνω πάνω τους και εμπιστεύσου τη συντροφιά τους», είπε το αγόρι.

«Σε λίγο θα κολυμπήσω στο μονοπάτι της αγάπης...», μου ξανάπε και ζήτησε από το φεγγάρι να με ρωτήσει εάν είχε να του στείλει καμιά ευχή...

«Να βγει αγνή και ποθητή από το νερό», είπε το αγόρι και παρακάλεσε το φεγγάρι να μου το στείλει μαζί με ένα φιλί.

«Θα γίνει αυτό που ευχήθηκες», του είπα, «πόσο κοντά όμως βρίσκεται ο πόθος στην αγνότητα», αναρωτήθηκα αλλά δεν ξέρω γιατί το ρώτησα αυτό και δεν ξέρω εάν περίμενα να πάρω απάντηση, αλλά το ρώτησα και παρακάλεσα κι εγώ το φεγγάρι να στείλει στο αγόρι εκεί μακριά ένα φιλί υγρό θαλασσινό με φεγγαρίσια γεύση.

Ξέρει το φεγγάρι από αυτά, γιατί και άλλες φορές έχει κάνει τον αγγελιαφόρο και ξέρει ότι τα φιλιά αυτά τού παίρνουν κάτι από τη γεύση του, είναι αυτά που τα λένε φεγγαρίσια.

«Μ΄ αρέσουν τα αρμυρά φεγγαρίσια φιλιά...»

Άρχισα να μπαίνω στη θάλασσα. «Μα είναι αληθινό αυτό το αγόρι», αναρωτήθηκα, «ή μήπως είναι μια οφθαλμαπάτη»... Το φεγγάρι μού απάντησε με τα λόγια του αγοριού:

«Αληθινός είμαι», είπε το αγόρι, «ακόμη και κάτω από το φως του φεγγαριού είμαι αληθινός, ακόμη και από τόσο μακριά είμαι αληθινός, ακόμη κι αν σου φαίνεται απίστευτο έτσι είναι. Και μου αρέσουν πολύ τα αρμυρά φεγγαρίσια φιλιά».

«Ναι, μάλλον έτσι είναι. Είναι αληθινός», σκέφτηκα και έκανα την πρώτη βουτιά.

«Αν φιλήσεις μια μικρή σταγόνα πριν διανύσει όλο το σώμα και χαθεί στην άμμο, θα έχεις διανύσει την απόσταση ανάμμεσα μας», είπα. «Α ναι! μάλλον την πρόλαβες, εσύ δεν ήσουν;...

Δίψασε λίγο η άμμος αλλά εσύ στ΄ αλήθεια έφτασες εδώ! Σ΄ ευχαριστώ που είσαι κι εκεί κι εδώ και παντού», του είπα.

«Μα κι εσύ με φίλησες και μου άρεσε», μου απάντησε το αγόρι. Δεν ξέρω αν το φεγγάρι έχει αυτιά στ΄ αλήθεια, αλλά εκείνη την ώρα το χαμόγελό του έφτανε μέχρι τα αυτιά... και αυτό είναι αλήθεια.

«Ναι μέχρι και το φεγγάρι χαμογέλασε με τα παιχνίδια μας», είπα. «Το είδες... Είμαι σίγουρη».

«Έχω καιρό να συγχρονιστώ τόσο τέλεια με φεγγάρι.

Διέσχισα το φως, το νερό και σε είδα», είπε το αγόρι.

«Μήπως είμαστε λίγο μάγοι;»

Βγήκα από τη θάλασσα... Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία σκέφτηκα. Όλα όσα ζω είναι αληθινά. Ακόμη κι ο φοίνικας μέσα στην αυλή, κι θάλασσα, και το νησί.

Είναι από τα πιο όμορφα βράδια που έχω περάσει συνομιλώντας με τη βοήθεια του φεγγαριού... με κάποιον που ήταν μακριά σε μία άλλη ακρογιαλιά και χάζευε το ίδιο φεγγάρι...

Το φεγγάρι γεμίζει μόνο μία μέρα τον μήνα. Όλες τις άλλες μέρες μεγαλώνει ή μικραίνει.

Έτσι είναι και η ζωή.

Την επόμενη φορά που θα δείτε γεμάτο φεγγάρι και θα είστε κοντά στη θάλασσα κολυμπήστε στο μονοπάτι της αγάπης, στο φωτεινό μονοπάτι που ζωγραφίζει το φεγγάρι πάνω στην επιδερμίδα της θάλασσα, ζητήστε από το φεγγάρι να μιλήσει μαζί σας.

Και ποιος ξέρει... ίσως όλα να βγουν αληθινά.

4.12.09

Τα χαμένα πορνογραφήματα της Δρ. Ποστ Πουρί


Κι αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου να σε έχω, όπως εγώ πόθησα, ούτε καν στο όνειρο, το πανούργο μου μυαλό σκέφτηκε τη θέση σου να πάρει.
Τώρα εγώ είμαι εσύ κι εγώ μια άλλη. Όμορφη και δυνατή, όπως θα μ’ ήθελες. Κι εγώ μέσα από εσένα την αγάπησα, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν ‘αγαπήσει.
Τη χάζευα τις νύχτες να κοιμάται γυμνή, στο κρεβάτι της. Λίγο σεντόνι ίσα που σκέπαζε το φύλο της και σαν κλέφτης εγώ, στις μύτες να εισχωρώ στη κάμαρά της να την ξυπνήσω με χάδια και φιλιά όπως κι εσύ με ξύπναγες.
Άλλη φορά πάλι, ονειρεύτηκα πως ταξίδι την επήγα. Σ ‘ ένα μικρό ξενοδοχείο πάνω στην αμμουδιά. Ποια αμμουδιά δεν ξέρω να σου πω. Κι ήταν χαρούμενη σαν το παιδί και γέλαγαν τα μάτια και το σώμα της κι εγώ την λάτρευα ακόμα πιο πολύ.
Ξυπνάγαμε νωρίς να δούμε την Ανατολή. Εκείνη την έβλεπε στον ορίζοντα, εγώ μέσα από τα μάτια της, έτσι όπως έμοιαζε η ίδια με τον ήλιο. Πως θα μπορούσα εσύ, να μείνω ασυγκίνητος από μια τέτοια ύπαρξη; Που όλη φως έλαμπε και τα μάτια της πέταγαν σπίθες να ανάβω το τσιγάρο μου και να την γεύομαι.
Έγινα εσύ και την αγάπησα. Εκείνη που χωρίς εγώ να είμαι, μοιάζαμε. Και την αγάπησα πολύ, όσο μπορεί καρδιά ανθρώπου ν’ αγαπήσει. Χωρίς αρχή και τέλος. Μόνο μέση, μέση, μέση, μέση…
Στην αγκαλιά σου με κράτησα και με νανούρισα με λόγια ερωτικά από εκείνα που δεν συνήθιζες να μου λες. Γευόμουν από το στόμα σου, τα τηγανιτά αυγά που σου τηγάνιζα στο κουζινάκι με τον σκοταγωγό.
Τραγούδια από το στόμα σου, μου τραγούδησα. Αυτά που αρέσαν και στους δυο μας. Σου κράτησε σεκόντο και εγώ που ήμουν πλέον εσύ, χαμογέλαγα κι έλαμπα όπως κι εσύ.
Αυτά ονειρεύομαι κι αφού δεν μπόρεσες ποτέ να μ’αγαπήσεις όπως θέλησα, έγινα εσύ και με λάτρεψα!

Dana Semitecolo

28.11.09

Περί Γραφή


Κεφάλι-Πρόσωπο: Η νομοθετική εξουσία αλλά κι η ταμπέλα "ΝΕΟΝ" που διαλαλεί τη παρουσία και τη ποιότητα του... μαγαζιού.

Το Μυαλό: Το Κεντρικό Επιτελείο. Το Γενικό Αρχηγείο. Όποιος καταλαμβάνει αυτό, αποκτά την απόλυτη πρόσβαση σέ όλα. Ο υπέρ-πάντων στόχος. Ο Υπέρτατος Σκοπός.

Τα Μαλλιά: Η απαραίτητη κουρτίνα του Έρωτα. Σκεπάζει μύχια βλέμματα, προφυλάσσει το λαιμό και κρύβει το άλικο από τα μάγουλα. Μια βρόχη πριν τη καταιγίδα, ένα πεδίο προσκυνήματος.

Τα Μάτια: Δύο μαγικές πύλες για μοναχικούς παραδείσους. Δυό γλυκά φαναράκια απέραντης αγαλίασης και συνάμα δυό προδότες μύχιων σκέψεων. Προθάλαμος... αναμονής.

Τα Φρύδια: Δύο περισπωμένες στην ίδια λέξη. Πολλαπλασιαστές ισχύος και μετασχηματιστές φάσεων και τάσεων.

Τα Βλέφαρα: Τα καπάκια των βάζων με το μέλι ή το γλυκό του κουταλιού. Όταν μισοκλείνουν σκορπούν ...πανικό και προσδοκία.

Η Μύτη: Όμορφος αγγελιαφόρος που μεταδίδει στο Αρχηγείο, ζωτικές πληροφορίες για τη κατάσταση του... θύματος.

Το Στόμα: Εκτελεστικό όργανο υψίστης διαβαθμίσεως. Δυνατό, ζωτικό και εξαίσιο.

Η Γλώσσα: Όπλο! Υπέροχο μα και σκληρό. Καθορίζει την... κυκλοφορία.

Τα Χείλη: Μαγικά πορτόφυλλα. Εισαγωγικα σε όμορφες και πονηρές προτάσεις. Μια κλειστή παρένθεση, ολοκληρωτικού χαρακτήρα, που κλείνει μέσα της όλες τις ευχές.

Τα Αυτιά: Οι τραγανές λιχουδιές, που σε κάποιο πλούσιο γεύμα, είναι απαραίτητες, γιατί ανεβάζουν την όρεξη. Μέσο επιβολής... κυριαρχίας.

Ο Λαιμός: Η βάση στήριξης όλου του δομήματος. Εύγευστος και κυριαρχικά υποτακτικός.

Το Στήθος: Μια εξαίσια σαλάτα του σεφ, σε ένα υπέροχο τραπέζι. Μαγεύει και ξυπνά προσδοκίες για απέραντη αδηφαγία. Δύο τελείες μεταξύ μιας πολύ σοβαρής... πρότασης. Δυό φρουτάκια που φτιάχνουν καλύτερο κόσμο.

Η Κοιλιά: Ο γόνιμος αγρός αλλά κι ο βωμός-στίβος μάχης. Ένα ολοκληρωμένο ποίημα, λυρικό μεστό και λατρεμένο. Μια άγραφη σελίδα για ένα πεινασμένο ποιητή, που έχει μια τρομερή... έμπνευση.

Ο Αφαλός: Σε μια λεία έρημο τραγανής μεστής σάρκας είναι η όαση. Ένα μάτι από ένα κόσμο μυστηρίου και παγανιστικής λατρείας. Μια άνω τελεία στη μέση ενός αριστουργήματος. Κρυψώνα μικρών αγέννητων ιδεών. Μια άποψη περί ηδονής και μια λάγνα περιοχή, που όταν κινείται ρυθμίζει μεγέθη πυρκαγιάς. Ένα απαραίτητο καρύκευμα σε ένα λουκούλλειο γεύμα. Ένα νησάκι που μπορεί να κάνει τον ταξιδευτή να μείνει περισσότερο από όσο νόμιζε πως πρέπει.

Η Ράχη: Συνδετικός κρίκος μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Η άλλη όψη. Στίβος υπέροχων αγωνισμάτων αντοχής.

Το Κοχύλι: Το υπέρτατο αγαθό. Η υπέρτατη πύλη. Η ανεξάντλητη πηγή ζωής και δροσιάς που ξεδιψά και ξαναδιψά ταυτόχρονα. Το ερωτικό θηκάρι και μια υπέρτατη προσδοκία!

Ο Πισινός: Ιδιωτική είσοδος καλά φυλαγμένη και προστατευμένη, με συνδυασμό. Πιπέρι. Καίριο χτύπημα σε μυημένους και μη. Συγχορδία παλμών ασφυξίας. Δυό στρογγυλές σφαίρες επιρροής. Πρόκληση κι υπόσχεση.

Τα Πόδια: Μαγική ερωτική ζώνη με δέκα υπέροχα ...κουμπώματα, στην ερωτική φορεσιά. Δυό εξαίσιες κολώνες, αρχαίου τεχνιτικού ρυθμού. Συνδυασμός παράκαμψης και πηγή ταραχής.

Δαχτυλάκι Μικρό Ποδιού: Μια μικρή "άνευ σημασίας" τρομερά απαραίτητη λεπτομέρεια που καθορίζει το σύνολο!

26.11.09

Mε λένε μοναξιά...



Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
ειναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γής – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Γιά τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει...

Kατερίνα Γώγου