23.11.08

Ένα ποίημα, ένα τραγούδι για σένα.... που αγαπώ


Αφησέ μου λυμένα τα χέρια
και την καρδιά αφησέ μου την λεύτερη!

Αφησε τα δαχτυλά μου να τρέχουν
ανάμεσα απ'τους δρόμους του κορμιού σου.

Το πάθος-αίμα,φωτιά,φιλιά-
με καίει με τρέμουσες φλόγες.

Αχ εσύ δεν ξέρεις,τι είναι αυτό!

.............

Εγώ μόνο σε ποθώ,εγώ μόνο σε ποθώ!

Δεν είναι έρωτας,είναι πόθος που σταλάζει και σβύνεται,
είναι τριγμός από ορμές πλησίασμα του αδύνατου,
όμως είσαι συ εδώ,

είσαι εδώ για να μου τα δώσεις όλα,
και για να μου δώσεις ό,τι έχεις ήρθες στη γη.

Οπως εγώ για να σε περιέχω,

και να σε ποθώ,

και σε δεχτώ!

PABLO NERUDA

3.11.08

Αισθήσεις κορμιού


Κάθε βράδυ εσένα συλλογίζομαι... και το κορμί μου εσένα λαχταράει... σε ποθεί τις ώρες αυτές που μόνο του παλεύει...

5.8.08

Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή


Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ' ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν' ἀταξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὶς Κυριακὲς
σὰν χτυπᾶ ἡ καμπάνα στὸ ἄσπρο ἐκκλησάκι
στὴν ἀψηλὴ πλαγιὰ τοῦ χωριοῦ
καὶ ξεκινοῦν οἱ ξωμάχοι γιὰ τὴν λειτουργία
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἀγάπη καθάρια
σὰν τὴν πρώτη ὥρα τῆς χαραυγῆς
στὰ κατάξερα βράχια
τῆς γυμνῆς ἐξοχῆς μας

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ χορεύουν στὶς ἀκρογιαλιὲς
τυλιγμένοι ἁρμυρὰ φύκια
ἀρχαγγελικοὶ ἔφηβοι καὶ κοπέλες ἀέρινες
ἀνάβουν φωτιὲς κοσμογονικὲς
καὶ περπατοῦν στὶς φωτιὲς καὶ πηδοῦν καὶ σκληρίζουν
καὶ τραγουδοῦν περήφανα τραγούδια προγονικά:
Κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ μιά μέρα...
-Ὢχ! μωρὲ καὶ πλάνταξε ἡ καρδιὰ
ἔρμη καρδιὰ βιγλάτορας τοῦ Χάρου

Εἶχες μεσ' στὴν καρδιά σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ πίνουν καὶ μπερμπατεύουν καὶ βλαστημοῦν
καὶ ξεκινοῦν μεθυσμένοι
νὰ σφάξουν χίλια πρόβατα χίλιες κοπέλες νὰ φιλήσουν
νὰ ξεγελάσουν καὶ τὸν Χάροντα μὲ τὸ ρακὶ καὶ τὸ τραγοῦδι.
Ἐκεῖ ζώνονται τ' ἅρματα καὶ κλέφτες ξενυχτοῦνε

Ἄχ! κι ἀπὸ κορφὴ σ' ἄλλην κορφὴ σὰν σταυραητοὶ πετοῦνε

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιάν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν ἄνεμο τῆς πατρίδας
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἄγρια φλόγα
κι ἔλεγες δὲν ἦταν νὰ σβήσει ποτέ.

13.7.08

Περιπλάνηση


Βρές και σύ το όνειρο να τρέξεις, να χαθείς,

με την ελπίδα οτι το αύριο καλύτερη θα σέ βρει.

Μάθε οτι αξίζει δυνατά να αισθανθείς,

στα μονοπάτια του μυαλού σου να χορέψεις.

Και όταν μια μέρα φωτεινή, σε ξέφρενους ρυθμούς,

εσύ τη ζάλη καταφέρεις να μεθύσεις

από το άρωμα της ίδιας της ζωής,

θα δείς οτι τον άξιζε το δρόμο η ουσία,

και είναι γλυκιά η ζέση της, κρυφή η αρμονία..

Στης μοναξιάς τη λύτρωση, η ευχή,

οτι η εικόνα της σκιάς σου θα σαλέψει

και η λαχτάρα για το ανείπωτο θαρθεί

όσο χρειάζεται να γίνει πράξη η σκέψη.

Μην κοιμηθείς !


Όταν πέφτει το φεγγάρι

Θρυμματισμένος καθρέφτης

Ό ίσκιος μεγαλώνει ανάμεσα μας

8.7.08

Μεσουράνιο


Μεσουράνιο μου μοιάζει και απόψε το δείλι.
Κάθε σου ομορφιά σεμνή και μετρημένη.
Ο χώρος μοιάζει φτιαμένος για να σε χωράει.
Κάθε λουλούδι τρυφερό,
κάθε ολοκρουστάλλωτη δροσοσταλίδα,
κάθε διαμάντι και τοπάζι σου πρέπει...

7.7.08

Ο Ήλιος


Η πόλη ζωντανή, να με κοιτάει
Και΄γώ να περιμένω δυό ηλιαχτίδες...
Ο Ήλιος για να βγεί παρακαλάει,
Στον κόσμο να χαρίσει δυο ελπίδες.

Μα είναι τόσο δύσκολη η ανατολή του,
Στα άδυτα του Σύμπαντος χαμένος...
Ένας αρχαίος φύλακας κρατάει το κλειδί του,
Και παραμένει αιώνες κλειδωμένος.

Στην Νύχτα...


Γλυκά αρώματα βυθίζονται στην αίσθηση της πηγής

και ντύμα αστρόφωτο ορώ, της νιότης το σημάδι συλλογίζομαι.

Καθρέπτης της ψυχής μου το αχανές της κοσμικότητας,

βυθίζομαι αιωρούμενος στο Είναι του Φωτός,

σκήπτρο κρατώντας, ακτίνας σημάδι.


Φεύγει η ψυχή και αφήνει στάχτη, σπέρμα γεννήσεως.

Άραγε θάνατος να’ναι ή αναγέννηση στου πυρός το κάλλος ; Ανάσα......


29.6.08

Ονειροπόλημα


Τοπίο μαγεμένο περπατάω,

Ποιά μονοπάτια εδώ πέρα μ’έχουν φέρει;
Άγνωστους τόπους, ξένες θάλασσες κοιτάω,
Πόσο παράξενα μοιάζουνε αυτά τα μέρη!

25.6.08

Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή


Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιάν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν ἄνεμο
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἄγρια φλόγα
κι ἔλεγες δὲν ἦταν νὰ σβήσει ποτέ.

20.6.08

Μέτρα τις μέρες


Ποια αλήθεια ψεύτρα σε κρατάει μακριά
Ποιο χάδι μ ένα άγγιγμα σε πνίγει
Ποια βροχή σε στέλνει σε βαθιά νερά
Ποια φυλακή την πόρτα σου ανοίγει

Μέτρα τις μέρες που γκρεμίζεις
Μέτρα τις ώρες που σαστίζεις

Ποιος παλιός εφιάλτης στο μυαλό σου ξυπνά
Ποια κύματα σκεπάζουν τα όνειρα σου
Ποια βροχή σε στέλνει περά απ’το πουθενά
Ποια θλίψη δε λέει να φύγει από κοντά σου
Μέτρα τις μέρες που γκρεμίζεις
Μέτρα τις ώρες που σαστίζεις

Λευκά δωμάτια


Πέρασαν οι μέρες
Δίχως χρώμα και φωνή
Πέρασαν και ξέχασαν να κλέψουν τη στιγμή

Χάθηκαν οι σκέψεις
Μες του γέλιου τη γιορτή
Και σε λευκά δωμάτια ψαξαν το γιατί

Αύριο ίσως να ξεχαστώ, να κρυφτώ πριν έρθει το
αύριο κάθε τέλος φαντάζει μικρό σαν όνειρο,
αύριο ίσως κάθε λεπτό που περνά να ‘ναι αρκετό

Ζωές μαζί που γέρασαν
και σύραν’ το χορό
ζωές που ισορρόπησαν μα πέσαν’ στο γκρεμό

Πέρα απ’ τα παλάτια
Που σου τάζανε χρυσό
Γύρεψα τη λάμψη σου και πλήρωσα γι’ αυτό
Αύριο ίσως να ξεχαστώ, να κρυφτώ πριν έρθει το
αύριο κάθε τέλος φαντάζει μικρό σαν όνειρο
αύριο ίσως κάθε λεπτό που περνά να ‘ναι αρκετό

18.6.08

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ


Αν χρειαστείς μια αγκαλιά
φώναξε το όνομά μου,
κι αν δεν μπορώ να έρθω εγώ
θα στείλω την καρδιά μου

17.6.08

Σε περιμένω






















Στα όνειρα μου ένα βράδυ
τον εφιάλτη έδιωξες
και έφερες το χάδι.

Στη σκέψη μου ήσουν έρωτας
και στο μυαλό η τρέλα
άσε τα παράλογα
και στην καρδιά μου έλα.

Σε περιμένει ο κόσμος μου
του παραδείσου η χάρη,
έλα γιατί είμαι μόνη μου
να γίνουμε ζευγάρι!

Δες με λιγάκι


Δες με λιγάκι,

δες μέσα μου

δες μες την ψυχή μου.

Εσένα έχω στο μυαλό,

εσύ είσαι η ζωή μου.

Δες με λιγάκι

δες άγγελε μου,

δες μες την καρδιά μου.

Εσύ είσαι τα πάντα μου,

εσύ είσαι η ματιά μου.

Δες με λιγάκι,

μια φορά

και νιώσε ότι νιώθω

μία τρέλα, μία χαρά και έναν μεγάλο πόθο.

Δες με λιγάκι

και θα καταλάβεις όσα για σένα νιώθω.

12.6.08

Ηδονή και Ενοχή


"[...] Μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια ήμουν εντελώς αθώα, σας το ορκίζομαι. Από τη σκέψη μου δεν είχε περάσει ποτέ ούτε η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Ζούσα ανέμελη και ευτυχισμένη, όταν μια ημέρα πολύ ζεστή, που βρισκόμουν ολομόναχη στο σπίτι, αισθάνθηκα την ανάγκη να νιώσω πιο άνετα, να ελευθερωθώ.
Γδύθηκα, και ξάπλωσα σχεδόν γυμνή σ' ένα ντιβάνι...
Ώ! Ντρέπομαι!... Τεντωνόμουν, άνοιγα τα πόδια, στροβιλιζόμουν προς κάθε κατεύθυνση. Εν αγνοία μου, έπαιρνα τις πιο αυθάδεις πόζες.
Το ύφασμα του ντιβανιού ήταν δροσερό. Η δροσιά του μου προξενούσε μια ευχάριστη αίσθηση, μια γλυκιά ανατριχίλα στο σώμα. Ω! Πόσο ελεύθερα ανέπνεα. Η ατμόσφαιρα γύρω ήταν χλιαρή, την ένιωθα να με διαπερνά απαλά. Μια ηδονή γλυκιά και ελκυστική. Μια έκσταση σαγηνευτική. Μου φαινόταν ότι μια νέα ζωή πλημμύριζε την ύπαρξή μου, ήμουν πιο δυνατή, πιο μεγάλη, εισέπνεα μια θεία πνοή, άνθιζα κάτω από το φως ενός όμορφου ουρανού!

- Είσθε ποιητική, Φαννύ.

- Σας περιγράφω ακριβώς τα συναισθήματά μου. Το βλέμμα μου περιδιάβαινε αυτάρεσκα στο σώμα μου, τα χέρια μου πηδούσαν από το λαιμό μου στο στήθος κι από το στήθος πιο κάτω. Εκεί σταματούσαν και τότε, παρά τη θέλησή μου, βυθιζόμουν σε μια βαθιά ονειροπόληση.
Οι λέξεις έρωτας, εραστής έρχονταν και ξανάρχονταν ασταμάτητα με την ανεξήγητη για μένα σημασία τους. Είχα λησμονήσει ότι είχα γονείς και φίλους. Κατέληξα να νιώθω μόνη, δοκιμάζοντας ένα φρικτό κενό.
Σηκώθηκα, κοιτάζοντας γύρω μου θλιμμένα.
Έμεινα για λίγο σκεπτική, με το κεφάλι να γέρνει μελαγχολικά, τα χέρια μια να δένονται, μια να λύνονται και να μένουν μετέωρα. Έπειτα, εξετάζοντας και αγγίζοντας πάλι το σώμα μου, αναρωτήθηκα αν όλα ετούτα θα με οδηγούσαν κάπου, αν είχαν ένα τέλος... Ενστικτωδώς, καταλάβαινα ότι μου έλειπε κάτι που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω, κάτι που το ήθελα, το ποθούσα με όλη μου την ψυχή.
Πρέπει να έδινα την εντύπωση χαμένης, γιατί κάποια στιγμή γελούσα αχαλίνωτα. Τα χέρια μου άνοιγαν, σαν για να αγγίξουν το αντικείμενο των ευχών μου. Κατέληξα να αγκαλιάζω σφιχτά τον ίδιο μου τον εαυτό. Περιπτυσσόμουν, χαϊδευόμουν, φυλακιζόμουν από τα ίδια μου τα χέρια. Μου χρειαζόταν απολύτως κάτι το συγκεκριμένο, ένα σώμα, να το αγκαλιάσω να το σφίξω. Στην κατάσταση αυτή, της παραίσθησης, έπαιρνα τον ίδιο μου τον εαυτό για τον εαυτό κάποιου άλλου, πιστεύοντας ότι δίνομαι σε έναν άλλο.
Από το παράθυρο, μακριά, φαίνονταν τα δένδρα και το γρασίδι. Ήθελα να ενδώσω στον πειρασμό να τρέξω, να κυλιστώ καταγής, ή να χαθώ, να πετάξω μέσα στις φυλλωσιές. Ατένιζα τον ουρανό, ποθούσα να εκτιναχθώ στον αέρα, να διαλυθώ μέσα στο γαλάζιο, να ενωθώ με τους ατμούς, με τον ουρανό με τους αγγέλους.
Κόντευα να τρελαθώ. Το αίμα μου κόχλαζε, μου ανέβηκε στο κεφάλι.
Εντελώς χαμένη, όρμησα παράφορα στο μαξιλάρια. Κρατούσα ένα σφικτά ανάμεσα στα σκέλη μου, πίεζα ένα άλλο στην αγκαλιά μου. Το φιλούσα τρελά, το περιέβαλλα με πάθος, του χαμογελούσα, νόμιζα πως ήμουν μεθυσμένη, κατακυριευμένη από τις αισθήσεις. Ξαφνικά, σταματώ, σκιρτώ. Μου φαίνεται ότι λιώνω, βυθίζομαι. Αχ, αναφώνησα, Θεέ μου! Αχ! Αχ! Και σηκώθηκα απότομα, έντρομη.
Ήμουν μουσκεμένη παντού.
Δεν καταλάβαινα τί μου είχε συμβεί. Νομίζοντας πως είχα πληγωθεί, φοβήθηκα. Έπεσα στα γόνατα, ικετεύοντας τον Θεό να με συγχωρήσει, αν είχα πράξει κάτι κακό.[...]"

Από : Alfred de Musset, Γκαμιανί ή δυο νύχτες παραφοράς. Μτφ. Α. Στάικος, εκδ: Άγρα.

Να χτίσουμε μια αγάπη






















Μη σκέφτεσαι μη λες
για όνειρα που έκανες εχθές
Για μια αγάπη που έφυγε μη κλαις
ξέχνα τις παλιές πληγές
Το μάτι σου να μη δακρύζει
η ζωή μια ρόδα που γυρίζει
Ο έρωτας μια αύρα π'ανεμίζει
τη σκέψη μου σε σένανε γυρίζει
Λουλούδι εσύ για με π’ ανθίζει
την καρδιά μέσα να στολίζει

Έλα δες
Η αγάπη μου για σέ μεγάλη
θάλασσα εσύ, εγώ ακρογυάλι
Μαζί βαδίζουμε τώρα εμπρός
ωκεανός εσύ, εγώ βυθός
Μη κλαις
στα μάτια σου δεν θέλω δάκρυ
Αρμενίζουμε σ’ έρωτα τα πλάτη
μαζί να χτίσουμε μια αγάπη

Μη σκέφτεσαι , μη λες
η ζωή δεν είναι πια ωραία
γλυκά τώρα βαδίζουμε εμείς παρέα
Στα μάτια σου βλέπω φώς μου
πουλί εγώ, εσύ ο ουρανός μου
Μη σκέφτεσαι παλιές πληγές
της καρδιάς ανοίγω τις πτυχές
ανάβω στη σκέψη σου φωτιές
Ελα ερωτα ν’ ανοίξουμε πηγές
αγάπης να πούμε προσευχές

8.6.08

ΚΡΑΥΓΗ






















Μῆλα ἐλαφρὰ πληγωμένα
ἀπὸ λεπτὰ σπαθάκια ἀσημένια,
σύννεφα σκισμένα ἀπὸ ’να κοραλλένιο χέρι
ποὺ ἔχει στὴ ράχη ἕνα μύγδαλο ἀπὸ φωτιά,
ψάρια ἀπὸ ἀρσενικὸ σὰν καρχαρίες,
καρχαρίες σὰν σταγόνες θρήνου γιὰ νὰ τυφλώσουν ἕνα πλῆθος,
ρόδα ποὺ πληγώνουν
καὶ βελόνες μπηγμένες στοὺς σωλῆνες τοῦ αἵματος,
κόσμοι ἐχθρικοὶ κι ἔρωτες μὲ κάμπιες σκεπασμένοι,
θὰ πέσουν πάνω σου. Θὰ πέσουν πάνω στὸ μεγάλο θόλο
ποὺ ἀλείφει μὲ λάδι τὶς γλῶσσες τῶν στρατιωτικῶν,
ὅπου ἕνας ἄντρας κατουράει σ’ ἕνα ἀστραποβόλο περιστέρι
καὶ φτύνει κάρβουνο κοπανισμένο
τριγυρισμένος ἀπὸ χιλιάδες καμπανάκια.

ΚΡΑΪΣΛΕΡ ΜΠΙΛΝΤΙΝΓΚ

Ο θρήνος των επιθυμιών




































Έχει το ποίημα ζωή πριν από μας;
Mήπως το ποίημα είναι αρχέγονος σπόρος
που με τη γέννηση μας
ελπίζει κάποτε να σπαρθεί σε γόνιμο έδαφος;
Eμείς διαλέψαμε το ποίημα ή αυτό;

Τίποτα άλλο δεν θα σου ζητήσω


Τίποτα άλλο δε θα σου ζητήσω
Μόνο λίγο να φυσήξεις
στο ερειπωμένο ιστιοφόρο της μνήμης
Να θυμηθώ
και να σε ταξιδέψω.

Υ.Γ. Έξω βρέχει
Αν σκύψεις
Εδώ που γράφω
Θα ακούσεις…

Γιάννης Τόλιας

7.6.08

Οπισθόφυλλο

































Απ' τη μέση και πάνω μισός. Απ' τη μέση και κάτω ένας άλλος. Τη νύχτα ενώνονται κρυφά να παραστήσουν το ένα. Εγώ τους βλέπω και πικρά χαμογελώ στη σκέψη ότι αρκεί ένα τρίξιμο φωτός ελάχιστο ίσως και τρομάζοντας να τσακιστούν στο πάτωμα και οι δυο οικτρά κομματιασμένοι. Και τότε με τα πόδια γυμνά, στα υγρά του ονείρου μουλιασμένα, μαλακά, πώς θα μπορέσω να βγω απ' αυτό το ανελέητο μακελειό.



(ποιήματα από τη συλλογή "Το μαύρο κουμπί", εκδόσεις Κέδρος 2006)
Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

Ιστορία αγάπης δεύτερη


Κρατώ τη φωνή του λάρυγγα πρώτα υψηλά
Κι ύστερα αρχίζω να διηγούμαι
Για εραστές που δεν έγιναν.
Μεταθανάτια θα έρθουν
Και σ' όνειρο, πνεύματα
[Γιατί να φοβάμαι τις λέξεις;)
Τα μέλη που λίγωναν άλλοτε
'Ανεμος, το βάρος τα λίγωνε έτσι
Και κάτι όμοιο σε μένα ετοιμάζεται
Στο σχήμα που αρχίζει πια κούφιο να μένει
Εκεί ο άνεμος θα έρθει
Περνώντας γλυκά ή και άγρια
Τους εραστές μου όσους δεν έγιναν
Συλλογίζομαι


Ελένη Βακαλό
Η ποιήτρια των ποιητών

3.6.08

Ένα γέλιο κρεμασμένο στο μπαλκόνι σου




Σταμάτα να με ταξιδεύεις
η ψυχή μου είναι κλειστή.
Τι κι αν πέθανε η αγάπη
κι αν δεν έμεινε πιστή.
Σταμάτα να με ταξιδεύεις
τα όνειρα σου είναι βαριά,
έχει αλλάξει το κορμί μου
και δε σε γνωρίζει πια.
Είμαι 'να γέλιο κρεμασμένο
στο μπαλκόνι σου,
όσο κρύβομαι ο χρόνος
με στεγνώνει,
είμαι 'να γέλιο κρεμασμένο
στο μπαλκόνι σου,
πέφτει πάνω μου η βροχή
και με παγώνει.
Σταμάτα να με ταξιδεύεις,
η ψυχή μου είναι κλειστή.
Σε βιτρίνα θα πεθαίνει
για να μοιάζει ότι ζει.
Είμαι 'να γέλιο κρεμασμένο
στο μπαλκόνι σου,
όσο κρύβομαι ο χρόνος
με στεγνώνει,
είμαι 'να γέλιο κρεμασμένο
στο μπαλκόνι σου
πέφτει πάνω μου η βροχή
και με παγώνει...

26.5.08

Ταρώ... του έρωτα


Άραγε πως γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία...

Τίτος Πατρίκιος


Απόψε είμαι στην αγκαλιά σου και ελπίζω και στα όνειρα σου...

24.5.08

Ασέλωτες Επιθυμίες...


...επιθυμία ασέλωτη φοράδα

με ύπουλη αφθονία αναρρίχησης

σμίγουν στον ύπνο και το ξύπνο μου

ισόβιες διαθέσεις με νήπια βήματα,

φυλλόδενδρα ευκτικής


με το μεγάλο κίνδυνο ανδρειωμένης μπόρας

εφηβείες δαμασκηνιές μες σε χαλκόδετες ορμές

ποτάμια υφιστάμενα στα κόκαλα της μοναξιάς

στις λέξεις που έντυσαν κατάσαρκα

είλωτες υπερρεαλισμούς...

ΧΙΙ



Η μικρή ελιά για πρώτη φορά γέμισε καρπό. Ο γεωργός την αγαπούσε, γιατί του θύμιζε την πρώτη του αγάπη, κοντή και στρουμπουλή. Της είχε φτιάξει ένα περιδέραιο με ασπρισμένες πέτρες και συχνά καθόταν και κουβέντιαζε μαζί της τα όνειρα και τις αναμνήσεις του. Η ελιά κάθε μέρα και πιο όμορφη.

Ένα πρωί του Νοέμβρη, ο γεωργός άπλωσε τα πανιά κι άρχισε να τη ραβδίζει. Πάνε οι ελιές, πάνε τα φύλλα, πάει η ομορφιά. Η ελιά μέσα στα αναφιλητά της μονολογούσε:

-Μ’ αγαπούσε και με χάλασε; Πώς εννοεί ο άνθρωπος την αγάπη; Έλεγε και ξανάλεγε. Τότε ακούει μια μαργαρίτα να της λέει: -Άκουσε να σου πω! Ο άνθρωπος δεν ξέρει την αγάπη. Μην τον παρεξηγείς.

Όνειρο μου...


Ο ύπνος έχει πάρει τ' αποτύπωμά σου
και το χρώμα από τα μάτια σου.

Πωλ Ελυαρ / απόσπασμα

Μαντινάδες φωτιάς




Ξύπνησε, αστέρι τ’ ουρανού,
του ήλιου θυγατέρα,
κι έβγα στο παραθύρι σου
να γίνει η νύχτα μέρα.

Πρόβαλε, φέξη τ’ ουρανού
και στόλισμα του κόσμου,
το νου μου και το λογισμό
απού μου πήρες δώσ’ μου.

Πρόβαλε, λέω, πρόβαλε,
να δεις και να σε δούνε
δυο μάθια που σε ρέγουνται
κι απού σε μπεγεντούνε.

Πρόβαλε, λέω, πρόβαλε
απού το παραθύρι
να δεις τον κόσμο που κεντά
χωρίς φωθιά κι απύρι.


.
.
.

Φως και σκοτάδι


Αν δεν καώ εγώ
αν δεν καείς εσύ
αν δεν καούμε εμείς
πώς θα γενούνε
τα σκοτάδια
λάμψη;


14.5.08

Παιχνιδίσματα


- Τί κρατάς;
- Για σένα είναι
- Τί είναι;
- Εεεε άνοιξέ το.
- Αααα ένα "σ'αγαπώ"
- Σ'αρέσει;
- Τί έχει μέσα;
- Άνοιξε το είπα
- ......
- Τί;
- Είναι άδειο
- Μα αφού είναι σ'αγαπώ τί ήθελες να έχει μέσα;
- Ζωή
- Δεν έχει;
- Όχι
- Και τώρα;

- Δεν ξέρω, αλλά φοβάμαι να το πάρω.
- Δεν το θέλεις;
- Ζωντάνεψέ το μου
- Πώς;
- Πες μου τί γράμματα έχει
- Σίγμα
-Πού το βάζουν το σίγμα;
- Συνήθως κοιμάται γιατί είναι κουρασμένο, βλέπεις σέρνει όλη τη λέξη
- Μετά;
- Άλφα
- Τί κάνει το άλφα;
- Κοιτάει μπροστά, προσπαθεί να ενωθεί με το επόμενο που είναι το γάμα για να διαφέρει από το άλλο άλφα που υπάρχει μετά.
- Γιατί θέλει να διαφέρει;
- Για να ξεχωρίζει πιό πολύ
- Δε μ'αρέσει η λογική του αλλά συνέχισε, πές μου για το γάμα.
- Μάλλον νιώθει άβολα
- Γιατί;
- Γιατί είναι ανάμεσα στα δύο άλφα κι εκείνο απ'αριστερά του όλο του κολλάει
- Μετά;
- Μετά πάλι άλφα
- Σαν το άλλο;
- Όχι ακριβώς μάλλον πιό ώριμο.Ίσως να φταίει που έχει παρέα το πι
- Πι;
- Ναι το πι που ακολουθεί
- Νόμιζα πως αυτό κάνει παρέα με το ωμέγα
- Όχι το ωμέγα είναι πάντα μόνο
- Γιατί;
- Έχει κατάθλιψη
- Γιατί;
- Γιατί ξέρει πως είναι η τελεία στο ψέμα
- Ποιό αγαπάς πιό πολύ;
- Το ωμέγα
- Γιατί;
- Γιατί τόση ώρα σου λέω ψέμματα
- Δε μ'αγαπάς;
- Δεν ξέρω...

3.5.08

Γυναίκα


Εν κάλλει γυναικός πολλοί επλανήθησαν και εκ τούτου φιλία ως πυρ ανακαίεται

(Σοφία Σειράχ, Θ 8 )

28.4.08

Έρωτας....



Όταν τα κίτρινα φύλλα πέφτουν στη γη και τη σκεπάζουν με στοργή, όταν η νιφάδα του χιονιού το χώμα τρυφερά αγγίζει και τις ατέλειές του κρύβει, όταν η σταγόνα της βροχής χαϊδεύει απαλά το ρόδο κι αυτό ευωδιάζει και λάμπει, όταν μετά από τη βροχή το ουράνιο τόξο φιλά τη γη κι αυτή του προσφέρει το πιο γλυκό της χαμόγελο, όταν τα πουλιά πονούν και δακρύζουν και στην πλάση χαρίζουν το πιο μελωδικό τραγούδι τους, όταν ο ήλιος πριν πέσει στη δύση αγκαλιάζει τη θάλασσα κι αυτή κοκκινίζει, όταν το φεγγάρι λέει γλυκόλογα στη νύχτα και τη φωτίζει, όταν τα κύματα ηρεμούν τα μάτια σου μόλις δουν αυτό είναι έρωτας.

27.4.08

Το πρώτο υφάδι



Είναι μια εποχή που μοιάζει αδύνατο να περιγράψω αυτά που συμβαίνουν μέσα μου. Με λόγια. Στην ζωγραφική είχα πάντα μεγαλύτερη ευκολία. Κι αισθάνομαι την ατμόσφαιρα σκοτεινή, πρέπει οπωσδήποτε να βρω κάποιο φως. Κεριά...

Φαντάστηκα τους δημιουργούς σ’ ένα κοινό χώρο και χρόνο. Δίπλα μου εδώ, σήμερα. Ταυτόχρονα τόσο μακριά, τόσο μετά. Διαχρονικοί κι αγωνιστές από τη φύση τους δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να προσαρμοστούν.

Ελπίζω...